ξέγνοιαστος

ξέγνοιαστος
-η, -ο
βλ. ξένοιαστος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • άγνοιαστος — και άνοιαστος, η, ο [γνοιάζομαι] ξέγνοιαστος …   Dictionary of Greek

  • άνοιαστος — κ. άγνοιαστος, η, ο 1. αυτός που δεν φροντίζει για τίποτα, αμέριμνος, ξέγνοιαστος 2. (παθ. σημ.) αυτός για τον οποίο δεν έχουν φροντίσει, παραμελημένος …   Dictionary of Greek

  • έκηλος — ἕκηλος, ον, δωρ. τ. ἕκαλος, ον (Α) 1. ήσυχος, αμέριμνος, ξέγνοιαστος 2. αυτός που ενεργεί χωρίς εμπόδιο, ανεμπόδιστος 3. (για αγρό) ακαλλιέργητος, χέρσος 4. (για δέντρα) αυτός που δεν κινείται από άνεμο ή καταιγίδα, ασάλευτος 5. (το ουδ. πληθ. ως …   Dictionary of Greek

  • ανέγνοιαστος — και ανέννοιαστος, η, ο (Μ και ἀνέννοιαστος, η, ον) 1. ξέγνοιαστος, αμέριμνος 2. αμελημένος, αφημένος στην τύχη του. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ανέννοιαστος < αν στερ. + εννοιάζομαι. Ο τ. ανέγνοιαστος με επίδρ. του τ. έγνοια του ουσ. έννοια έγνοια] …   Dictionary of Greek

  • ανέμελος — η, ο κ. ανάμελος, η, ο 1. εκείνος που δεν εχει κανένα μέλημα, ξέγνοιαστος, αμέριμνος 2. αμελής, αδιάφορος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανε στερ.. + μέλω «φροντίζω»] …   Dictionary of Greek

  • ανενόχλητος — η, ο (AM ἀνενόχλητος, ον) εκείνος που δεν τον ενοχλεί κανείς, ο αδιατάρακτος, ο ανεμπόδιστος μσν. νεοελλ. εκείνος που δεν ενοχλεί τους άλλους, ο φιλήσυχος μσν. αμέριμνος, ξέγνοιαστος …   Dictionary of Greek

  • ξένοιαστος — και ξέγνοιαστος και ξέννοιαοτος, η, ο [ξενοιάζω] απαλλαγμένος από φροντίδες, αμέριμνος, ήσυχος …   Dictionary of Greek

  • Νίκολσον, Τζακ — (Jack Nicholson, Νιού Τζέρσι 1937 –). Αμερικανός ηθοποιός, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός. Από τους δημοφιλέστερους πρωταγωνιστές της γενιάς του, άργησε να γνωρίσει την επιτυχία αφού σε ηλικία 32 ετών είχε παίξει μόνο σε χαμηλού… …   Dictionary of Greek

  • Πολίτης, Κοσμάς — (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του συγγραφέα Πάρη Ταβελούδη, Αθήνα 1893 – 1974). Σε ηλικία δύο ετών πήγε στη Σμύρνη, όπου έζησε ως τη Μικρασιατική καταστροφή. Αργότερα, ως τραπεζικός υπάλληλος, γνώρισε τη ζωή της ελληνικής επαρχίας. Την πρώτη επίσημη… …   Dictionary of Greek

  • αμέριμνος — η, ο επίρρ. α ξέγνοιαστος: Θυμόταν τα παιδικά του χρόνια, όταν ζούσε αμέριμνος στο χωριό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”